www.otsm.idx.gr - Οι Τράπεζες Στο Μικροσκόπιο





ΒΡΟΝΤΕΡΗ ΑΠΟΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΚΑΡΑΤΖΑ

·        Στη Γενική Συνέλευση των μετόχων της Εθνικής

·        Δυναμικές παρεμβάσεις των δανειοληπτών
  και στις συνελεύσεις Alpha – Eurobank

Ψυχρολουσία επιφύλαξαν οι εκπρόσωποι της Ενωσης Καταναλωτών & Δανειοληπτών στις διοικήσεις των “μεγάλων” τραπεζών μέσα στις Γενικές Συνελεύσεις των μετόχων τους. Ακουσαν τα “κατορθώματά” τους με το όνομά τους: τοκογλυφία, αδικοπράξίες, αδιαφάνεια, καταχρήσεις στελεχών και, το πιο σημαντικό, μηνύσεις με υπεύθυνες υπογραφές που έχουν κατατεθεί στην Εισαγγελία του Αρειου Πάγου.

Σας δίνουμε παρακάτω τις λεπτομέρειες που ενδιαφέρουν όχι μόνο κάθε πολίτη αλλά και κάποιους γραφικούς, τραπεζικά αδαείς και ετερόφωτους “προστάτες” των δανειοληπτών και “μαχητές” της τραπεζικής αθλιότητας αλλά και –στην πραγματικότητα- πωλήτές του “νερού του Καματερού” που περιφέρονται στα τηλεοπτικά κανάλια για να παπαγαλίζουν αυτά που διαβάζουν στη σελίδα αυτή και σε άλλες εκδόσεις της Ενωσης Καταναλωτών & Δανειοληπτών που δημιουργεί τις εξελίξεις. Αντίθετα, εμείς δίνουμε τις μάχες πρόσωπο με πρόσωπο με τους τραπεζίτες καθώς και μέσα στα δικαστήρια ενώ την περασμένη εβδομάδα, στην εκπομπή Dum Spriro Spro του κ. Σπύρου Καρατζαφέρη στο Extra Channel, κάναμε στον αέρα και νέα αποκάλυψη τεράστιου σκανδάλου της ETBA Finance που πρόσφατα κλυδωνίστηκε απο μεγάλη κατάχρηση «εκλεκτών» στελεχών της. Λεπτομέρειες θα σας δώσουμε τις επόμενες εβδομάδες γιατί το θέμα βρίσκεται σε εξέλιξη. 

ΑΝΑΞΙΟΠΙΣΤΟΙ

Παίρνοντας τον λόγο στο βήμα της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της Εθνικής Τράπεζας την Τετάρτη 24 Απριλίου 2002, ο κ. Τάκης Χριστοδουλόπουλος είπε τα εξής:

«Εκπροσωπώ την Ενωση Καταναλωτών & Δανειοληπτών που εκφράζει τις απόψεις και έχει θεσμικό ρόλο να προστατεύει την αξιοπρέπεια και τα συμφέροντα των εκατομμυρίων Ελλήνων που είναι πελάτες του Ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Μιλώντας απο το ίδιο βήμα πριν 3 χρόνια, είχα ενημερώσει για την έντονη αγανάκτηση των καταναλωτών για τα σοβαρότατα προβλήματα νομιμότητας στις συναλλαγές και για τις εν δυνάμει αγωγές εναντίον των τραπεζών για αποζημιώσεις και επιστροφές παράνομα εισπραχθέντων ωφελημάτων. Μιλήσαμε τότε για πλασματικό ισολογισμό και θέσαμε το ερώτημα «ποιά Γενική Συνέλευση της τράπεζας εξουσιοδότησε ποτέ την Διοίκηση να παραβιάζει τους Νόμους χάρις της κερδοφορίας». Απάντηση δεν πήραμε. Μας αγνόησαν όλοι με επι κεφαλής τον κ. Καρατζά. Στις παραβάσεις δε των νόμων προστέθηκε και η δογματική περιφρόνηση αποφάσεων των ανώτατων δικαστηρίων. Τις επόμενες ημέρες αναμένεται η απόφαση του Πρωτοδικείου στο αίτημά μας για την απαγόρευση των διαφημίσεων των τραπεζικών προϊόντων με παράνομα επιτόκια άνω του 9,25% σήμερα.

 Η προσφυγή στη Δικαιοσύνη ήταν αναπόφευκτη. Καταθέτω σήμερα για να καταχωρηθούν στα πρακτικά της συνέλευσης τα κείμενα τριών μηνύσεων, μιας για το σύνολο των προβλημάτων των τραπεζών, μία για τοκογλυφία εναντίον 20 τραπεζών στις οποίες περιλαμβάνεται και η Εθνική, με πιστωτικές κάρτες και λοιπά προϊόντα καταναλωτικής πίστης κατά τα τελευταία 5 χρόνια σε βάρος 2.5 εκ. Ελλήνων καθώς και μία για την παρατράπεζα που φέρεται ότι λειτούργησε επί 6 συναπτά χρόνια στο Κατάστημα της Εθνικής στο Αλιβέρι. Καταθέτω επίσης χαρακτηριστική επιστολή διαμαρτυρίας μεγάλου δανειολήπτη της τράπεζας για μη σύννομες πράξεις σε βάρος του. Και υπάρχουν αμέτρητα θύματα αδικοπραξιών των τραπεζών που προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη. 

Η καταιγίδα για το σημερινό αναχρονιστικό και ηθικά και κοινωνικά χρεοκοπημένο τραπεζικό σύστημα που διευθύνει ο κ. Καρατζάς έχει αρχίσει και είναι σαρωτική. Αλλά το πρόβλημα των τραπεζών και των μετόχων δεν είναι ούτε το χαμηλό επίπεδο του δείκτη στο Χρηματιστήριο ούτε και οι διεκδικήσεις των πελατών. Είναι η αμετάκλητη απώλεια της εκτίμησης και της εμπιστοσύνης των καταναλωτών για τις τράπεζες. Η αντίστροφη μέτρηση για την πλήρη εγκατάλειψη του σημερινού τραπεζικού συστήματος έχει αρχίζει. Και θα ολοκληρωθεί με την ίδρυση της νέας διεθνούς πολυμετοχικής και μη κερδοσκοπικής υπερτράπεζας του Ελληνισμού που θα ανακοινωθεί μέσα στον επόμενο μήνα και θα είναι έτοιμη πριν απο το 2004. Εμείς οι Ελληνες πολίτες και καταναλωτές δεν σας εμπιστευόμαστε πλέον.»

ALPHA - ΕUROBANK 

Παρόμοιο καταιγισμό εξαπέλυσε ο ίδιος ομιλητής και στις πρόσφατες Γενικές Συνελεύσεις των τραπεζών ALPHA και EUROBANK. Στην τελευταία μάλιστα που αναφέρθηκε ότι δεν είχε αντιληφθεί την παρατράπεζα που λειτούργησε για καιρό απο τα διευθυντικά στελέχη του Καταστήματος Τρικάλων που όμως, γνωρίζαμε εμείς εδώ στην Αθήνα και απεκάλυψε με την γνωστή ερώτησή του στη Βουλή ο κ. Γ. Καρατζαφέρης με αποτέλεσμα, ένδεκα μήνες αργότερα, να επιβεβαιωθεί η καταγγελία και να τους μηνύσουν ενώ προσπάθησαν να συγκαλύψουν το σκάνδαλο που συγκλόνησε την Θεσσαλία και χρειάστηκε δεύτερη ερώτηση Καρατζαφέρη. Δικαιολογημένα, λοιπόν, εισπράξαμε την επιδοκιμασία των παριστάμενων μετόχων αλλά και το ζωηρό τους χειροκρότημα, προς μεγάλη αμηχανία των στελεχών της διοίκησης που, φυσικά, δεν είχαν να πούν απολύτως τίποτα και για το θέμα αυτό.

Γενική είναι η διαπίστωση ότι, σε κάθε κριτική απο πλευράς των πελατών και των εκπροσώπων τους, οι τράπεζες κρύβονται, δεν έχουν απαντήσεις και τηρούν μόνιμη στάση σιωπής (του ενόχου). Δεν αργεί ο καιρός που οι “πάλαι ποτέ πανίσχυροι” τραπεζίτες θα εκλιπαρούν τους πελάτες τους να μην τους μηνύουν για τοκογλυφία και να μην υποβάλουν αγωγές για αποζημιώσεις. Εχουν και οι καιροί γυρίσματα, ακόμα και για τραπεζίτες….

……………………..ΣΕ ΠΛΑΙΣΙΟ ΜΕ ΡΑΣΤΕΡ

Αναδημοσιεύομε παρακάτω απο τον Οικονομικό Ταχυδρόμο, τεύχος 6.4.2002, το άρθρο του Δικηγόρου κ. Δ. Σπυράκου με έγκυρες και εξαιρετικά εύστοχες απόψεις για τα επιτόκια των πιστωτικών καρτών και την γνωστή θέση του Αρείου Πάγου για την ύπαρξη νόμιμου ανώτατου ορίου επιτοκίου για όλες τις τραπεζικές συναλλαγές (σήμερα 9,25%) που, όμως εξακολουθούν να παραβιάζουν οι τράπεζες. 

ΠΙΣΤΩΤΙΚΕΣ ΚΑΡΤΕΣ ΚΑΙ ΥΠΕΡΧΡΕΩΣΗ ΤΩΝ

ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ ΜΕ ΠΑΡΑΝΟΜΑ ΕΠΙΤΟΚΙΑ

Τον Ιούνιο του 2001, ο Αρειος Πάγος εξέδωσε μία εξαιρετικού ενδιαφέροντος απόφαση για την προστασία των κατόχων πιστωτικών καρτών. Πολλοί όροι και πρακτικές που χρησιμοποιούν οι τράπεζες κρίθηκαν καταχρηστικοί. Συγχρόνως, το ανώτατο δικαστήριο εξετάζοντας την εγκυρότητα όρου που αναφερόταν στη διαμόρφωση του επιτοκίου, έκρινε ότι «συμφωνία για επιτόκια που υπερβαίνουν τα όρια των εξωτραπεζικών επιτοκίων είναι καταχρηστική και απαγορεύεται».

Οι συνέπειες από την εφαρμογή της απόφασης αυτής θα ήταν καθοριστικές. Περίπου το ένα τρίτο των τόκων που καταβάλλονται για την πίστωση που χορηγείται μέσω πιστωτικών καρτών εισπράττεται από τις τράπεζες παρανόμως. Επομένως, οι καταναλωτές δικαιούνται να αξιώσουν την επιστροφή τους. Οι τράπεζες θα όφειλαν αντίστοιχα να μειώσουν τα επιτόκιά τους, να παραιτηθούν από ένα σημαντικό μερίδιο των κερδών τους και να αναμορφώσουν την παροχή των υπηρεσιών τους.

Υπό τους όρους αυτούς, οι ισχυροί πιστωτικοί οργανισμοί – με μία πάντως εξαίρεση – δεν έβλεπαν λόγο να προτάξουν την ευαισθησία τους απέναντι στην κρίση της δικαιοσύνης. Η απροθυμία συμμόρφωσης ήταν μάλλον αναμενόμενη. Πολύ δε περισσότερο όταν συνοδευόταν με ουσιώδη επιχειρήματα που αμφισβητούσαν την εφαρμοσιμότητα της απόφασης. Ολα τούτα θα μπορούσαν να συμπυκνωθούν στα εξής: Το σύστημα της πιστωτικής κάρτας έχει πολλές επισφάλειες και κυρίως υψηλό λειτουργικό κόστος. Η κριτική ότι η θέσπιση ανώτάτων ορίων συνιστά αναχρονιστικού τύπου παρέμβαση ακυρώθηκε στη γέννησή της από το γεγονός ότι η ίδια η Ευρωπαϊκή Ενωση προσανατολίζεται πλέον για την καταναλωτική πίστη στη θέσπιση τοκογλυφικών ορίων.

Η εμβάθυνση στα επιχειρήματα των τραπεζών όμως έχει εξαιρετική χρησιμότητα. Κατά βάση βοηθάει την κοινή προσέγγιση στο πρόβλημα και εδραιώνει την αξία της παραπάνω απόφασης.

Το σύστημα πιστωτικών καρτών έχει πράγματι υπολογίσιμο λειτουργικό κόστος. Το συγκροτούν η πραγμάτωση της τριμερούς σχέσης (τράπεζα, προμηθευτής και καταναλωτής), η καταχώριση, η επεξεργασία και η διεκπεραίωση της πληρωμής, η διαχείριση των προβλημάτων που ανακύπτουν στο πλαίσιό τους και άλλες ενέργειες. Ωστόσο, όλο αυτό το λειτουργικό κόστος αφορά την υπηρεσία που παρέχει η πιστωτική κάρτα ως μέσο πληρωμής και όχι πίστωσης. Το κόστος αυτό και γενικότερα η αμοιβή που δικαιούται η τράπεζα για την παρεχόμενη υπηρεσία της κάρτας, ως μέσου πληρωμής, καλύπτονται από την προμήθεια που καταβάλλει ο προμηθευτής (κατ’ επέκταση, ο καταναλωτής) σε ποσοστό επί τους ύψους των συναλλαγών, καθώς και από την ετήσια συνδρομή του κατόχου της κάρτας.

Ολοι, τότε, οφείλουμε να συμφωνήσουμε ότι είναι άνισο και άδικο να μετακυλίουμε στον καταναλωτή που λαμβάνει πίστωση μέσω της πιστωτικής κάρτας και – πρόσθετο – μέρος από το λειτουργικό κόστος της κάρτας, ως μέσου πληρωμής, με την επιβολή υψηλότερου επιτοκίου επί τους ποσού που δανείζεται. Τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα να επιχορηγεί αυτός, παρά τη δυσχερέστερη θέση που βρίσκεται, τις υπηρεσίας που απολαμβάνουν οι προμηθευτές και οι άλλοι καταναλωτές. Ο καθένας, όμως, θα πρέπει να πληρώνει την υπηρεσία που αγοράζει ο ίδιος, και όχι την υπηρεσία που προσφέρεται στους άλλους.

Οσον αφορά το λειτουργικό κόστος της πίστωσης, καθίσταται πλέον προφανές ότι αυτό είναι τόσο μικρό που δεν επιτρέπει τη διόγκωση των επιτοκίων. Η ιδιαιτερότητά του συνίσταται, ως επί το πλείστον, σε μηνιαία συναλλαγή που πραγματώνεται μάλιστα χωρίς τη χρονοβόρο διαπροσωπική επικοινωνία. Συνεπώς, το επιτόκιο δεν μπορεί παρά να αντιπροσωπεύει αποκλειστικά το τίμημα για την παρεχόμενη υπηρεσία της πίστωσης και τίποτε παραπάνω. Οταν η τράπεζα χρεώνει μέσω των τόκων της υπηρεσία της κάρτας, ως μέσου πληρωμής, τότε είτε εισπράττει αμοιβή για την ίδια παροχή δύο φορές είτε εισπράττει την αμοιβή της από εκείνον που δεν την οφείλει.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σήμερα το τελευταίο συμβαίνει. Αν δεν τηρηθούν κανόνες στο πλαίσιο πολύπλευρης συναλλακτικής σχέσης, το κόστος θα πληρώνει όχι εκείνος που καρπούται την υπηρεσία, αλλά ο διαπραγματευτικά πιο αδύναμος. Και τέτοιος είναι, περισσότερο ακόμη και από όλους τους καταναλωτές, ο καταναλωτής εκείνος που έχει ανάγκη την πίστωση. Αντίστοιχες στρεβλώσεις συναντούμε και σε άλλα επίπεδα της σχέσης. Η καλύτερη διαπραγματευτικά – σε σύγκριση με τον κάτοχο της κάρτας – θέση του προμηθευτή απέναντι στην τράπεζα είχε επί χρόνια ως αποτέλεσμα να καλείται ο κάτοχος, εντελώς καταχρηστικά όπως επίσης έκρινε η παραπάνω απόφαση, να πληρώνει την αξία των συναλλαγών από παράνομη χρήση της πιστωτικής κάρτας, εξαιτίας κλοπής ή απώλειας, παρά το γεγονός ότι το κατάστημα ήταν υπεύθυνο για την τελεσφόρησή τους.

Το «πέταγμα» των επιτοκίων δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε την επίκληση επισφάλειας της πίστωσης που χορηγείται μέσω πιστωτικής κάρτας. Οχι μόνο διότι στο πλαίσιο του ισχύοντος ανωτάτου ορίου θα ήταν δυνατή, ούτως ή άλλως, η απορρόφησή της. Αλλά κυρίως διότι η πιστωτική σχέση δεν αποβλέπει στον σχηματισμό κοινωνίας κινδύνου. Η τράπεζα καρπώνεται τα οφέλη από τις επιθετικές τακτικές προώθησης των προϊόντων της και την καταστρατήγησή των ορίων δανεισμού με τη χορήγηση περισσοτέρων πιστωτικών καρτών. Δικός της, λοιπόν, και ο κίνδυνος. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν ο καταναλωτής έχει καταβάλει το τίμημα απώλειας της προστασίας των δεδομένων του οικονομικής συμπεριφοράς.

Είναι λοιπόν φανερό ότι οι παράγοντες του λειτουργικού κόστους και της επισφάλειας δεν μπορούν να αμφισβητήσουν την ισχύ του ανωτάτου δικαιοπρακτικού επιτοκίου στις τραπεζικές συναλλαγές. Θα μπορούσαν όμως να είναι χρήσιμα εργαλεία για τις ίδιες τις τράπεζες, προκειμένου να επαναπροσδιορίσουν την παροχή των υπηρεσιών τους, υπό καθεστώς νομιμότητας και διαφάνειας, διασφαλίζοντας την κερδοφορία τους. Αφενός μεν, για να κατανείμουν ορθολογικά και δίκαια το κόστος των υπηρεσιών τους, αξιώνοντας κάθε φορά τίμημα που θα έχει την αναφορά και την αιτία του στην παροχή που προσφέρεται. Αφετέρου δε, να βελτιώσουν την οργάνωσή τους και να διορθώσουν τακτικές που οδηγούν στην υπερχρέωση των καταναλωτών.


Δάνεια: Προηγούμενη Σελίδα        Δάνεια: Αρχική Σελίδα        Δάνεια: Προηγούμενη Σελίδα
Advertised by Ati Advertising on se.gr