www.otsm.idx.gr - Οι Τράπεζες Στο Μικροσκόπιο




Τράπεζες : «Πλήρωνε και μη ερεύνα» ! (Λέξεις 3017)

· Παραβιάζουν την νομοθεσία περί διαφάνειας

· Αρνούνται να χορηγούν πλήρη στοιχεία δανείων

· Ψηφίσθηκε και νέος νόμος για το ίδιο πρόβλημα

Η ψήφιση από την Βουλή στις 30 Νοεμβρίου 2000 νέας τροπολογίας με την οποία υποχρεούνται να χορηγούν στους δανειολήπτες πελάτες τους πλήρη στοιχεία των δανείων τους εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία της αίτησης φέρνει στην επικαιρότητα το χρόνια πρόβλημα της χρόνιας τακτικής των τραπεζών να μην συμμορφώνονται με την νομοθετημένη από δεκαετίας υποχρέωσή τους για διαφάνεια στις συναλλαγές. Η νομοθετική αυτή επανάληψη αποτελεί επιβεβαίωση της διάχυτης διαπίστωσης για την τραπεζική παρανομία και στο θέμα αυτό αλλά και της γενικής πεποίθησης ότι σ' αυτή την Χώρα "νόμους έχουμε, στον σεβασμό και την εφαρμογή τους υστερούμε". Για το σοβαρότατο αυτό ζήτημα κάνουμε σήμερα μια συνοπτική αναφορά και διατυπώνουμε την ελπίδα ότι, αυτή τη φορά, οι τράπεζες θα κάνουν την έκπληξη και σεβαστούν τις υποχρεώσεις τους τόσο προς τον νόμο όσο και για τους πελάτες τους.

Η μόνιμη άρνηση παροχής στοιχείων 

Πράγματι, τεράστια προβλήματα δεοντολογίας αλλά και σαφούς παράβασης της ισχύουσας νομοθεσίας υπάρχουν σε πολλές συμπεριφορές των Τραπεζών προς τους πελάτες τους. Ιδιαίτερα ενοχλητική είναι η εμμονή τους να μη δίνουν στους δανειολήπτες τα πλήρη και αναλυτικά στοιχεία των λογαριασμών των, όπως προβλέπεται ρητά από την πράξη 1969/8.8.91 του Διοικητού Τραπέζης Ελλάδος που έχει ισχύ νόμου και αφορά την «ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα για το ύψος των επιτοκίων, προμηθειών και παρεπομένων εξόδων που καταβάλλουν».

 Επίσης, προβλέπεται ρητά ότι «τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να ανακοινώνουν «το ύψος των βασικών επιτοκίων χορηγήσεών τους, στα οποία δεν θα περιλαμβάνονται εισφορές για επιδότηση επιτοκίων και εξαγωγών. Τα χορηγούμενα από τα πιστωτικά ιδρύματα στους πελάτες τους παραστατικά των συναλλαγών που διενεργούν θα περιλαμβάνουν αναλυτικά και κατά τρόπο σαφή τις επιμέρους επιβαρύνσεις από τόκους, προμήθειες, λοιπά έξοδα και φόρους-τέλη».

Παρ’ όλο ότι έχουν περάσει ήδη οκτώ περίπου χρόνια από την έκδοση της πράξης 1969/1991, το σύνολο σχεδόν των δανειοληπτών διαπιστώνει ότι τα αιτήματα που υποβάλλουν για παροχή στοιχείων αντιμετωπίζονται είτε με πλήρη αδιαφορία είτε με αδικαιολόγητη ρητή άρνηση από τις Τράπεζες ενώ, στις ελάχιστες περιπτώσεις που χορηγούνται, αυτά είναι είναι ελλειπή για οποιοδήποτε έλεγχο. Παράλληλα, οι περισσότερες Τράπεζες δεν παραλείπουν να ζητούν τη πληρωμή αμοιβής γι’ αυτή την «υπηρεσία» ενώ στις αποδείξεις γράφουν παραπλανητικές αιτιολογίες (γενικά έξοδα, προμήθειες, κλπ). Πολύ συχνά, οι δανειολήπτες καταφεύγουν στους Εισαγγελείς, τις παραγγελίες των οποίων για παροχή των στοιχείων επίσης αγνοούν οι Τράπεζες. Κατόπιν τούτου, δεν έχουν άλλη διέξοδο απο την προσφυγή στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων για να υποχρεωθούν οι Τράπεζες σε επίδειξη εγγράφων καθώς και η υποβολή μηνύσεων κατά των Διοικητών, στελεχών και υπαλλήλων των Τραπεζών.

Μνημειώδης είναι η γραπτή απάντηση του Καταστήματος Ναυπλίου της Εμπορικής Τραπέζης σε δανειολήπτη που είχε εξοφλήσει το δάνειό του και κατόπιν ζήτησε στοιχεία. «Σχετικά την από 23.5.98 αίτησή σας για την παροχή στοιχείων αφορώντων τον υπ’ αριθ. ….χορηγητικό λογαριασμό σας ο οποίος έχει ήδη εξοφληθεί, σας γνωρίζουμε ότι αδυνατούμε να σας χορηγήσουμε τα στοιχεία αυτά, επειδή με την εξόφληση των λογαριασμών στερούμεθα στοιχείων. Με εκτίμηση, κλπ»!!!

Η άρνηση παροχής στοιχείων στους δανειολήπτες και γενικά στους πελάτες των Τραπεζών κατά παράβαση της πράξης 1969/91 του Διοικητή Τραπέζης Ελλάδος συνιστά και παράβαση των άρθρων Π.Κ. 222 ,259 και 239 ενώ αποστερεί κάθε ενδιαφερόμενο της δυνατότητας ουσιαστικής και δικονομικής άμυνας, δικαίωμα που είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο.

Το άρθρο 222 του Ποινικού Κώδικα αφορά υπεξαγωγή εγγράφων. «Οποιος με σκοπό να βλάψει άλλον αποκρύπτει, βλάπτει ή καταστρέφει έγγραφο του οποίου δεν είναι κύριος ή δεν είναι αποκλειστικά κύριος ή που άλλος έχει δικαίωμα, κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου, να ζητήσει την παράδοση ή την επίδειξή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών». Γίνεται δεκτό ότι απόκρυψη εγγράφου κατά την έννοια του άρθρου 222 Π.Κ. είναι κάθε πράξη ή παράλειψη με την οποία η χρησιμοποίηση του εγγράφου, ως αποδεικτικού μέσου από τον δικαιούμενο γίνεται ανέφικτη και δυσχερής.

Το άρθρο 259 αφορά παράβαση καθήκοντος. «Υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη»

 Εξάλλου, το άρθρο 281 Α.Κ. για τη κατάχρηση δικαιώματος προβλέπει «Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος». 

Είναι προφανές ότι η τακτική αυτή του συνόλου σχεδόν των Τραπεζών αποτελεί πρωτοφανή και κατάφορη προσβολή των συναλλασ-σομένων με αυτές πολιτών, απαράδεκτη προσπάθεια διαιώνισης του Ελληνικού τραπεζικού δόγματος «πλήρωνε και μη ερεύνα» καθώς και πλήρη περιφρόνηση και του πνεύματος και του γράμματος των ειδικών οδηγιών της Τραπέζης Ελλάδος. Ακούγεται πραγματικά απίστευτο άλλα φαίνεται ότι οι Τράπεζες δεν δίνουν στους δανειολήπτες ούτε τα ..επιτόκια με τα οποία έχουν υπολογισθεί οι τόκοι των δανείων των. Οι δανειακές συμβάσεις λένε ότι για να μαθαίνει κάθε δανειολήπτης τα επιτόκια που ισχύουν κατά καιρούς στο δάνειό του, θα πρέπει να …ψάχνει κάθε ημέρα σε όλες τις αθηναϊκές εφημερίδες για να βρει τις ανακοινώσεις μεταβολών που οι Τράπεζες ισχυρίζονται ότι δημοσιεύουν όταν υπάρχουν αλλαγές. Η εντύπωση που έχουν οι δανειολήπτες, όμως, είναι ότι τέτοιες καταχωρήσεις στις εφημερίδες δεν γίνονται σχεδόν καθόλου. Εξ’ άλλου, το τελικό επιτόκιο κάθε δανείου διαμορφώνεται προσθέτοντας στο (άγνωστο) βασικό επιτόκιο χορηγήσεων κάθε Τραπέζης κάποιων επί πλέον μονάδων επιτοκίου, όπως η αμοιβή της Τράπεζας, την οποία επίσης οι τελευταίες δεν αναγράφουν στις δανειακές συμβάσεις με αποτέλεσμα να υπάρχει πλήρης συσκότιση.

Για το θέμα αυτό, ο Πανελλήνιος Σύλλογος Προστασίας Δανειο-ληπτών από Τράπεζες και Δημόσιους Οργανισμούς απηύθυνε στις 11.6.98 έγγραφο διαμαρτυρία προς τον Διοικητή της Τραπέζης Ελλάδος με τον οποίο είχε και συνάντηση για το ζήτημα αυτό με την πρόταση οι αιτήσεις των δανειοληπτών να κατατίθενται στην εποπτεύουσα Τράπεζα της Ελλάδας για διαβίβαση στις Τράπεζες, χωρίς όμως καμία απάντηση.

Με έγγραφό του της 13.10.98 προς τις Τράπεζες με κοινοποίηση στη Κυβέρνηση και τον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο ίδιος Σύλλογος κατήγγειλε εκ νέου την παράνομη αυτή στάση των Τραπεζών στο πρόβλημα, καλώντας τις να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις των μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας και της ηθικής τάξης. Η έκκληση αυτή εξακολουθεί να παραμένει επίσης αναπάντητη.

Διατάξεις που δεν τηρούνται

Μετά την Πράξη Διοικητού Τραπέζης Ελλάδος 1969 που βγήκε το 1991 και για πρώτη φορά ρύθμισε θέματα διαφάνειας των τραπεζικών συναλλαγών, εκδόθηκε η εγκύκλιος 21 της 24ης Οκτωβρίου 1995 με αναλυτικές οδηγίες για περισσότερη διαφάνεια, καθορίζοντας το ελάχιστο επίπεδο παροχής στοιχείων για την ενημέρωση των συναλλασσομένων. Δυστυχώς, και αυτή η προσπάθεια για την απαραίτητη διαφάνεια δεν έγινε σεβαστή και ούτε τηρείται σήμερα.

Υπηρεσίες παραπόνων που δεν λειτούργησαν ποτέ

Η πράξη του Διοικητή Τραπέζης Ελλάδος 1969/1991 επίσης προβλέπει ότι: «τα πιστωτικά ιδρύματα, εφόσον δεν διαθέτουν σχετική υπηρεσία, οφείλουν να συστήσουν υπηρεσία η οποία θα επιλαμβάνεται της εξέτασης καταγγελιών πελατών τους που αναφέρονται σε επιβαρύνσεις των συναλλαγών κατά παρέκκλιση της παρούσας πράξης. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν εντός 60 ημερών από τη λήψη των καταγγελιών να γνωστοποιούν στους συναλλασσόμενους το αποτέλεσμα της εξέτασης των σχετικών καταγγελιών». Εξ’ όσων είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, τέτοιες υπηρεσίες δεν έχουν λειτουργήσει ή, εάν λειτουργούν, δεν έχουν επιληφθεί καταγγελιών τις οποίες εμείς γνωρίζουμε.

Αντίθετα, όλες οι Τράπεζες πρόθυμα προχώρησαν στη σύσταση υπηρεσιών παραπόνων πελατών που τους ζήτησε η Ενωση Ελληνικών Τραπεζών προκειμένου να στηρίξουν τη λειτουργία του θεσμού του Τραπεζικού Μεσολαβητή πού πρόσφατα καθιερώθηκε και άρχισε να λειτουργεί. Βέβαια, ο θεσμός αφορά μόνο τους πελάτες καταναλωτικής πίστης, όπως αυθαίρετα και παράτυπα αποφάσισαν οι τράπεζες, με αποτέλεσμα οι επιχειρηματίες-πιστούχοι των Τραπεζών να μην έχουν πρόσβαση σε καμία υπηρεσία παραπόνων. Οπως, όμως, υπενθυμίζει η παραπάνω εγκύκλιος 21/1995 (παρ. Γ΄, εδ.2), «η διάταξη της παρ. 4 της ΠΔ/ΤΕ 1969/91 που αφορά στη σύσταση ειδικής υπηρεσίας η οποία επιλαμβάνεται της εξέτασης καταγγελιών πελατών, ισχύει για όλα τα προϊόντα και υπηρεσίες που αναφέρονται στην παρούσα».

Χαρακτηριστικό είναι το κείμενο της εγκυκλίου Νο. 903 της 28ης Δεκεμβρίου 1998 με την οποία ο Διοικητής της Εμπορικής Τραπέζης ανακοίνωσε τη σύσταση υπηρεσίας παραπόνων …μόνο από πελάτες καταναλωτικής πίστης. Ομολογεί η εγκύκλιος του Διοικητού της Εμπορικής με προφανή σύγχυση «Με σκοπό την αντιμετώπιση περιπτώσεων παραπόνων πελατών και παράλληλα επειδή πρέπει, σύμφωνα με την Πράξη Διοικητή της Τράπεζας Ελλάδος αριθ. 1969/8.8.91 παραγρ. 4 και την Εγκύκλιο Διοίκησης της Τράπεζας Ελλάδος αριθ. 21/24.10.95, να δημιουργηθεί ειδική υπηρεσία στην Τράπεζα για εξέταση των παραπόνων πελατών, προβαίνουμε στη σύσταση «Υπηρεσίας Εξέτασης Παραπόνων Πελατών. Η έννοια του πελάτη στην εγκύκλιο της Τράπεζας της Ελλάδος αναφέρεται στον πελάτη-ιδιώτη, ο οποίος κάνει χρήση της πληθώρας των προϊόντων που αφορούν τον Τομέα ιδιωτών και όχι στους πελάτες-επιχειρηματίες που κάνουν χρήση επιχειρηματικών δανείων και άλλων επιχειρηματικών προϊόντων, για τους οποίους ισχύουν άλλες διαδικασίες αντιμετώπισης τυχόν παραπόνων». Αυτή είναι μία ειλικρινής ομολογία της Διοίκησης της Εμπορικής ότι από το 1991 παραβιάζει την πράξη του Διοικητού Τραπέζης Ελλάδος 1969 μη έχοντας συστήσει τη προβλεπόμενη υπηρεσία παραπόνων για κάθε πελάτη, χωρίς διάκριση μεταξύ ιδιωτών και επιχειρηματιών. Παράλληλα, είναι γεγονός ότι η παράβαση αυτή έγινε ανεκτή από τον Διοικητή της Τραπέζης Ελλάδος χωρίς την επιβολή των προστίμων που έχει δικαίωμα (αλλά και καθήκον) να επιβάλλει για παραβάσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Και προσθέτει στην εγκύκλιό του ο Διοικητής της Εμπορικής: «Οπως έχει επανειλημμένως επισημανθεί για να εκλείψουν (sic) τα παράπονα από τους πελάτες, πρέπει το προσωπικό να διακρίνεται από ευγένεια, ταχύτητα και πληρότητα στην εξυπηρέτηση των πελατών, να τηρεί χωρίς παρεκκλίσεις (sic) τους Νόμους και τις διατάξεις της Πολιτείας και τους κανόνες της Τράπεζας, που αφορούν τις τραπεζικές συναλλαγές, να διεκπεραιώνει τις διαδικασίες συνεργασίας μας με τους πελάτες χωρίς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις και τέλος να παρέχει προς τους πελάτες πληροφορίες ορθές, πλήρεις και σαφείς».

Υπάρχουν πολλές επαναληπτικές αιτήσεις δανειοληπτών προς τους ίδιους τους Διοικητές και Προέδρους Τραπεζών με κοινοποίηση στο Διοικητή Τραπέζης Ελλάδος, τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και την Ενωση Ελληνικών Τραπεζών που ζητούν πάλι τη χορήγηση των στοιχείων που τους έχουν αρνηθεί τα Καταστήματα. Σε πολλές περιπτώσεις, οι Τράπεζες έχουν προηγούμενα αγνοήσει Εισαγγελικές παραγγελίες για το ίδιο ζήτημα. Η απάντηση είναι σχεδόν πάντα η ίδια: “πήγαινε στο δικαστήριο να ζητήσεις ότι χαρτιά θέλεις”! Εάν, παρόλα αυτά, δώσουν τελικά κάποιες πληροφορίες, θα δώσουν μόνο αυτά που οι νομικές υπηρεσίες αποφασίζουν και εγκρίνουν. Και αυτό που δίδεται σχεδόν πάντα δεν επαρκεί για πλήρη έλεγχο.

Σημειώνεται ότι συμπεριφορές και παραπτώματα όπως η περιφρόνηση Εισαγγελικής παραγγελίας, παράβαση καθήκοντος, υπεξα-γωγή εγγράφων, κλπ, που διαπράττουν κατά συνήθεια και κατ’ επάγγελμα τα περισσότερα στελέχη των Ελληνικών Τραπεζών δημιουργούν σε κάθε πολίτη εύλογα ερωτηματικά και αμφισβητήσεις για την καταλληλότητα και την αξιοπιστία τους για καθήκοντα Διευθυντού καταστημάτων στο τραπεζικό σύστημα, φαινόμενο που αφορά, πέραν των Διοικήσεων, εξ’ ίσου και τους συναλλασσόμενους πολίτες. Ο κάθε Διευθυντής τραπεζικού καταστήματος επιβάλλεται να είναι πρόσωπο αυξημένης εμπιστοσύνης, ακεραίου ήθους, να διαπνέεται από βαθύτατο σεβασμό απέναντι στο νόμο και να είναι άξιο της εμπιστοσύνης των συναλλασσομένων. 

Εύλογα πιθανολογούμε με ανησυχία ότι, εφόσον σχεδόν όλα τα στελέχη των Ελληνικών Τραπεζών αρνούνται με τον ενιαίο αυτό τρόπο τη χορήγηση στοιχείων, χωρίς φόβο και αναστολές για τα διαπραττόμενα ποινικά αδικήματα και χωρίς να απομακρύνονται όταν καταγγέλλονται, θα πρέπει να εκτελούν συγκεκριμένες παρασκηνιακές οδηγίες των Διοικήσεων ενώ ο Διοικητής της Τραπέζης Ελλάδος παραμένει σιωπηλός παρατηρητής αυτής της κατάστασης. Ενδεικτική είναι η διατύπωση σε επιστολή της Εμπορικής Τράπεζας Ζακύνθου που, δεν έδωσε τα στοιχεία που ζητήθηκαν από την Διοίκηση αλλά έδωσε ελλιπή «σε εκτέλεση οδηγιών της επιστολής Ν. 17653/28.12.98 της Δ/νσης Νομικών Συμβούλων και της υπ’ αριθ. 28736/98 απόφασης Ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών».

Τελικά, οι συναλλασσόμενοι αλλά και ο κάθε αντικειμενικός παρατηρητής εύλογα διερωτάται:

· ποιος είναι άραγε ο πραγματικός λόγος που δικαιολογεί αυτή την απίστευτη ενορχηστρωμένη προσπάθεια σχεδόν όλων των τραπεζών να μη φθάσουν στους πελάτες του τα στοιχεία που αυτοί δικαιούνται;

· γιατί διακινδυνεύουν οι Διοικητές και τα στελέχη τη διάπραξη τέτοιων πράξεων που φέρονται σαν ποινικά αξιόποινες;

· τι προσπαθούν να συγκαλύψουν οι τράπεζες και γιατί τις ενοχλεί τόσο πολύ η διαφάνεια στις συναλλαγές;

"Κώδικας Τραπεζικής Δεοντολογίας"

Η Ενωση Ελληνικών Τραπεζών έχει κυκλοφορήσει ένα έντυπο που τιτλοφορεί «Κώδικας Τραπεζικής Δεοντολογίας». Ο Κώδικας αυτός που δημιουργεί την εντύπωση ότι δεσμεύει τις Τράπεζες δεδομένου ότι έχει εγκριθεί ομόφωνα από τη Γενική Συνέλευση της Ενωσής των της 12ης Μαρτίου 1997, πληροφορεί την πελατεία των Τραπεζών για τον τρόπο αλλά και το πνεύμα με το οποίο αυτές συναλλάσσονται. Στο προοίμιο δηλώνεται ότι «Ο Κώδικας τίθεται σε ισχύ κατόπιν εγκρίσεως από τη Γενική Συνέλευση της Ενωσης Ελληνικών Τραπεζών, ενώ, νωρίτερα έχει γίνει η διαπίστωση ότι «Η προοδευτική απελευθέρωση του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος από διοικητικές ρυθμίσεις υπαγόρευσε την ανάγκη καταγραφής κανόνων δεοντολογίας οι οποίοι διέπουν τις σχέσεις των τραπεζών με την πελατεία τους καθώς και μεταξύ τους και έναντι τρίτων».

Το άρθρο 2 προβλέπει «οι συναλλαγές κάθε Τράπεζας με τους πελάτες της διέπονται από πνεύμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης και για το λόγο αυτό επιδιώκεται πάντα, και από τα δύο μέρη, η ειλικρινής και συστηματική αλληλοενημέρωση για όλα τα θέματα που αφορούν την μεταξύ τους σχέση» ενώ, κατά το άρθρο 3, «οι Τράπεζες κατά τη διαξαγωγή των συναλλαγών … παρέχουν, κατά περίπτωση τις απαραίτητες πληροφορίες με σαφήνεια, απλότητα και πληρότητα». 

Στον ίδιο Κώδικα και στο άρθρο 35 με τίτλο ‘Πιστοδοτήσεις’ (χρηματοδοτήσεις–εγγυητικές επιστολές) οι Τράπεζες συνεχίζουν να περιγράφουν πόσο καλά ….συνεργάζονται με τους δανειολήπτες πελάτες τους και τι τους παρέχουν. Εκείνο δε που δεν πρέπει να παραλείψουμε να σημειώσουμε ως προς το πρόβλημα της αδιαφάνειας είναι ότι, ο Κώδικας έχει αντιγράψει κατά γράμμα το κείμενο της Εγκυκλίου 21/1995. Βέβαια, όλα αυτά δεν έχουν καμία εφαρμογή στη πράξη. Για όσους έχουν προσωπική εμπειρία σε τέτοιες …συνεργασίες, το πνεύμα το οποίο διέπει την εφαρμογή του Κώδικα μόνο σαν κακόγουστη απόπειρα προσβολής της νοημοσύνης των πελατών των Τραπεζών μπορεί να εκληφθεί. Οι «αυτοδεσμεύσεις» των Τραπεζών είναι εξωπραγματικές και κινούνται αποκλειστικά στη σφαίρα της τραπεζικής φαντασίας. Ισχυρίζεται ο Κώδικας:

“Οι πληροφορίες που παρέχονται στους συναλλασσόμενους ή τίθενται στη διάθεσή τους σχετικά με τις χορηγούμενες από τις τράπεζες πιστοδοτήσεις, θα πρέπει να είναι σαφείς, ώστε να μη δημιουργούνται εσφαλμένες εντυπώσεις για τις προϋποθέσεις και τους όρους χορήγησης και αποπληρωμής τους. Οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να περιέχουν τουλάχιστον τα εξής στοιχεία:

α. Το εκάστοτε ύψος του επιτοκίου κατά μορφή πιστοδότησης,

β. Το ποσό ή ποσοστό των προμηθειών και εξόδων καθώς και των τυχόν άλλων πρόσθετων επιβαρύνσεων,

γ. Το είδος και τα ποσά ή ποσοστά των τυχόν εισφορών, φόρων και τελών,

δ. Την περίοδο εκτοκισμού,

ε. Τη χρονική βάση υπολογισμού των τόκων (αριθμός ημερών έτους και μήνα),

στ. Τη μέθοδο υπολογισμού του τόκου επί του εκάστοτε οφειλομένου ποσού (απλός τόκος, τοκοχρεωλύσιο κ.λ.π.) και το εξ’ αυτής συνολικό ετήσιο κόστος για τον πιστοδοτούμενο,

ζ. Το επιτόκιο υπερημερίας, τον τρόπο και την περιοδικότητα υπο-λογισμού του, καθώς και τους όρους του τυχόν ανατοκισμού,

η. Τους όρους και τις σχετικές επιβαρύνσεις στις περιπτώσεις υπέρ-βασης από τον πιστούχο των συμβατικών ορίων χρηματοδότησης,

θ. Τη δυνατότητα πρόωρης εξόφλησης, το χρόνο, τις τυχόν επιβαρύνσεις και τον τρόπο υπολογισμού τους,

ι. Σε περίπτωση πιστοδοτήσεων σε συνάλλαγμα, την έννοια του αναλαμβανομένου συναλλαγματικού κινδύνου και το εξ’ αυτού ενδεχόμενο μεταβολής του συνολικού κόστους της πίστωσης,

ια. Τη δυνατότητα και το κόστος κάλυψης του κινδύνου από τη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας ή/και των επιτοκίων,

ιβ. Σε περιπτώσεις πιστοδοτικών συμβάσεων με κυμαινόμενο επιτόκιο: το αρχικό επιτόκιο, τους παράγοντες διακύμανσής του, την περιοδικότητα της τυχόν διακύμανσης, τον τρόπο υπολογισμού του, τον τρόπο γνωστοποίησης των διακυμάνσεων του επιτοκίου στον πιστοδοτούμενο, καθώς και τους τυχόν λοιπούς παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν το συνολικό κόστος της πίστωσης,

ιγ. Προκειμένου περί δανείων για την παρακολούθηση ή εξόφληση των οποίων εκδίδονται περιοδικού λογαριασμοί: το επιτόκιο, το κεφάλαιο επί του οποίου υπολογίσθηκαν τόκοι, οι τυχόν μεταβολές του επιτοκίου, η τυχόν χρέωση τόκων υπερημερίας ή ανατοκισμού, το ποσό επί του οποίου αυτοί υπολογίσθηκαν και η περίοδος υπολογισμού τους, το ποσό της προς εξόφληση δόσης και το χρονικό διάστημα εντός του οποίου πρέπει αυτή να εξοφληθεί, καθώς και αναλυτικά κάθε επιβάρυνση λόγω φόρων, τελών και εξόδων, και

ιδ. Προκειμένου περί δανείων τα οποία εξοφλούνται σε ίσες επαναλαμβανόμενες δόσεις, πρέπει, κατά τη σύναψη του δανείου, να γνωστοποιούνται στο δανειολήπτη, πέραν των προαναφερθέντων, το ύψος κάθε δόσης καθώς και η χρονική περιοδικότητα κατά την οποία οι δόσεις καθίστανται ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, και κατά τη διάρκεια λειτουργίας της δανειακής σύμβασης, κάθε τυχόν μεταβολή των όρων αυτών μέχρι την ολοσχερή εξόφληση του δανείου.

 

 Σύμφωνα με τις μέχρι σήμερα διαπιστώσεις των περισσοτέρων πελατών των Τραπεζών, ο Κώδικας αυτός είναι τελείως εκτός πραγματικότητας, δεν γίνεται σεβαστός από αυτές ούτε και εφαρμόζεται τουλάχιστον στο μεγαλύτερο και ουσιαστικότερο μέρος του, παραμένοντας ένα κενό περιεχομένου ευχολόγιο.

Οπως προκύπτει από τη σύγκριση του κειμένου για τα δάνεια της εγκυκλίου 21/1995 της Τραπέζης Ελλάδος και του Κώδικα Τραπεζικής Δεοντολογίας, πρόκειται για εντελώς όμοια κείμενα. Η διαφορά έγκειται στο ότι οι τράπεζες τα αγνοούν και δεν τα εφαρμόζουν. Στις αιτήσεις των πελατών τους για στοιχεία, δίνουν μόνο μερικά από αυτά που δεν επιτρέπουν κανένα έλεγχο των εκτοκισμών και που συγκαλύπτουν άλλες αθέμιτες χρεώσεις με διάφορες και συχνά αδιαφανείς μεθοδεύσεις όπως τα τοκοτεχνάσματα.

Η κατάσταση αυτή εξακολουθεί μέχρι και σήμερα, χωρίς να αναγνωρίζεται και από τις Τράπεζες και από την Ενωσή τους η εξαιρετικά μεγάλη διάσταση μεταξύ δεοντολογίας και πραγματικότητας και χωρίς να ανακοινώνεται η μετάθεση της έναρξης της εφαρμογής του σε κάποια μελλοντική ημερομηνία, σε επίδειξη του στοιχειώδους επίπεδου εντιμότητας που δικαιούται ο συναλλασσόμενος να αναμένει από πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν σήμερα στην Ευρωπαϊκή Ενωση, επιχείρημα που μόνιμα επικαλούνται οι Τράπεζες.

Αντίθετα, ο Κώδικας αυτός εμφανίζεται παραπλανητικά σαν δεσμευτικός για τις Τράπεζες. Η επίκληση της ύπαρξης και της τήρησής του από τις τράπεζες καθώς και η διανομή του στην αγορά φέρεται ότι αποτελεί απατηλή δια παραλείψεως συμπεριφορά και των Τραπεζών και της Ενωσής τους, σύμφωνα με το άρθρο 386 του Ποινικού Κώδικα περί απάτης καθώς και την ερμηνεία του Αρείου Πάγου (απόφαση 447/1996 «η παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών και απόκρυψη αληθών γεγονότων συνιστούν θετική απατηλή συμπεριφορά ενώ η παρασιώπηση συνιστά περίπτωση απάτης τελουμένης δια παραλείψεως, η οποία προϋποθέτει υποχρέωση του δράστη για ανακοίνωση των αποσιωπηθέντων»).  Η ανάγκη για προστασία των Ελλήνων πολιτών από τις Τράπεζες είναι προφανής, επιτακτική και εξαιρετικά επείγουσα.

Το παραδοσιακό και μακρόβιο δόγμα των Ελληνικών Τραπεζών «πλήρωνε και μη ερεύνα», όμως, δεν έχει άλλη διάρκεια ζωής. Ηδη το θέμα αυτό, μαζί με πολλά άλλα, ερευνάται από Εισαγγελικές Αρχές μετά από μηνυτήρια αναφορά των δανειοληπτών ενώ, παράλληλα, έχουν δρομολογηθεί και πολλές άλλες ενέργειες. Σε κάθε περίπτωση, ο πολίτης και καταναλωτής των τραπεζικών προϊόντων και υπηρεσιών έχει ήδη πάρει και αυτό το ζήτημα επάνω του και θα το λύσει μέσα από τη Δικαιοσύνη.

 


Δάνεια: Προηγούμενη Σελίδα        Δάνεια: Αρχική Σελίδα        Δάνεια: Προηγούμενη Σελίδα
Advertised by Ati Advertising on se.gr