www.otsm.idx.gr - Οι Τράπεζες Στο Μικροσκόπιο



 

Η τραπεζική τοκογλυφία

Το άρθρο 404 του Ποινικού Κώδικα για την τοκογλυφία ορίζει ότι όποιος «κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου .… τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και με χρηματική ποινή».

Σύμφωνα με όσα έχουν ήδη επισημανθεί και αναλυθεί, υπάρχουν πολλές μεθοδεύσεις πολλών τραπεζών που, παρόλο ότι ενδέχεται καλύπτονται από αδιαφάνεια ή μία επίφαση νομιμότητας (ή και τα δύο μαζί), καταλήγουν συχνά στην ουσιαστική επιβάρυνση του δανειολήπτη με τόκο πέρα του νομίμου, παραβιάζοντας έτσι ευθέως όχι μόνο το πνεύμα αλλά και το γράμμα του νόμου. Τέτοιες διώξεις σε βάρος τραπεζών στην Ελλάδα δεν έχουν γίνει γιατί απαιτείται μήνυση από το θύμα που έχει κάθε λόγο να μη θέλει να εμπλακεί σε μία ποινική αντιδικία με τις τράπεζες που, πρώτον, είναι δύσκολο να αποδείξει και, δεύτερον, φοβάται ότι θα υποστεί βαρύτατες συνέπειες από τη τράπεζα που έχει υποθήκες επάνω στη περιουσία του και γενικά μπορεί να τον βλάψει με πολλούς τρόπους. Δυστυχώς, η δίωξη κατ’ έγκληση και όχι αυτεπάγγελτα έχει λειτουργήσει προστατευτικά για όλες τις πολυπληθείς τάξεις των τοκογλύφων και κάποιες τράπεζες, πράγμα που δεν ήταν βέβαια στις προθέσεις του νομοθέτη.

Από τις αποκαλύψεις και την αντίστοιχη τεκμηρίωση που έχει ήδη γίνει σε προηγούμενα Κεφάλαια, προκύπτει ότι η παραβίαση από τις περισσότερες, εάν όχι όλες, τράπεζες του άρθρου αυτού του Ποινικού Κώδικα για τη τοκογλυφία είναι προφανής και εύκολο να αποδειχθεί άμεσα, κύρια στις παρακάτω περιπτώσεις, κάθε μία από τις οποίες συνοδεύεται από ένα πραγματικό παράδειγμα με πλήρες αποδεικτικό υλικό. Τέτοιο τεκμηριωμένο υλικό παρουσιάζεται για πρώτη φορά δημόσια στην Ελλάδα και, όπως είναι φυσικό, θα δημιουργήσει αίσθηση. Αυτοί που δεν θα πουν απολύτως τίποτα αλλά θα προσποιηθούν ότι αγνοούν το θέμα τελείως, είναι οι τραπεζίτες που, ενδεχομένως, έχουν και προσωπικές ευθύνες. Και αυτό γιατί, εάν πάρουν οποιαδήποτε θέση, αυτόματα αναγνωρίζουν την ύπαρξη προβλήματος το οποίο είναι, αναπόφευκτα, πολύ σοβαρό και επιβαρυντικό για τις τράπεζες.

α) Πρώτο τοκοτέχνασμα του διπλού ημερολογιακού έτους

β) Δεύτερο τοκοτέχνασμα των ετεροχρονισμένων τοκοφόρων ημερομηνιών (valeur)

γ) Χρέωση τόκων με επιτόκιο μεγαλυτέρου του νομίμου

δ) Χρέωση τόκων με επιτόκιο υπερημερίας μεγαλύτερου του νομίμου

ε) Ανατοκισμός συχνότερος του συμφωνημένου ή του νομίμου

Εξάλλου, είναι δυνατό να υποστηριχθεί βάσιμα ότι διάφορες πρόσθετες αλλά άμεσα σχετικές και συνδεδεμένες με το δάνειο χρεώσεις με διάφορες ονομασίες και αιτιολογίες που θα μπορούσαν και να μην υπάρχουν καθόλου αλλά να είναι ενσωματωμένες στο επιτόκιο, παράγουν ισοδύναμο αποτέλεσμα, δηλαδή επιβάρυνση του δανειολήπτη με τόκους πέραν των νομίμων. Τέτοιες χρεώσεις είναι κυρίως διάφορες αμοιβές κατά τη χορήγηση του δανείου (flat, management, commitment fees, κλπ) ή κατά τη διάρκειά του (έξοδα φακέλου, service fees, charges, κλπ) ή κατά την πρόωρη εξόφληση (ποινή).

α) Τοκογλυφία με το πρώτο τοκοτέχνασμα

Οταν μία τράπεζα υπολογίζει τόκους για τους πελάτες της, πρέπει να χρησιμοποιήσει τον γνωστό τύπο του τόκου, ένα στοιχείο του οποίου είναι ο αριθμός των ημερών του ημερολογιακού έτους (δηλαδή 365). Οπως αναλυτικά παρουσιάσαμε στο Κεφάλαιο 3, οι περισσότερες, εάν όχι όλες οι τράπεζες, χρησιμοποιούν το 365 μόνο για τον υπολογισμό των τόκων των καταθέσεων των πελατών τους, ενώ, για τα δάνεια χρησιμοποιούν αδικαιολόγητα 360 ημέρες (το λεγόμενο εμπορικό έτος) το οποίο, όμως, δίνει τόκους που είναι αυξημένοι κατά 1.388% από εκείνους που προέκυπταν από τη χρήση έτους 365 ημερών. Σχεδόν πάντα, καμία σύμβαση ή άλλο έντυπο τραπέζης δεν κάνει απολύτως καμία αναφορά στο ημερολογιακό έτος, αγνοώντας τελείως το θέμα, παρά την οφειλόμενη διαφάνεια. 

Αυτό οδηγεί άμεσα στη διαπίστωση ότι, οι δανειολήπτες επι-βαρύνονται με τόκους που είναι πέρα των νομίμων, στοιχειοθετώντας ευθέως το αδίκημα της τοκογλυφίας.

Σαν απόδειξη ότι οι τράπεζες χρησιμοποιούν έτος 360 και όχι 365 ημερών στον υπολογισμό των τόκων δανείων, παραθέτουμε στο Παράρτημα 1, αναλυτικούς υπολογισμούς ελέγχου των τόκων που χρέωσε δανειολήπτη πελάτη η Τραπέζης Κρήτης που επιλέξαμε στη τύχη. Οι υπολογισμοί μας επαληθεύουν ότι οι τόκοι που χρέωσε η τράπεζα για ένα τυχαίο τρίμηνο (Δρχ 86.371) υπολογίσθηκαν με έτος 360 ημερών ενώ, εάν είχαν υπολογισθεί με 365 ημέρες, οι τόκοι θα ήταν Δρχ. 85.188, δηλαδή 1.388% λιγότερο.

Την ορθότητα των επιχειρημάτων άλλου δανειολήπτη για χρέωση τόκων πέραν των νομίμων λόγω ημερολογιακού έτους 360 ημερών δέχθηκε και το Πρωτοδικείο Αθηνών,  όπως προκύπτει από τη χειρόγραφη απόφασή του που υπάρχει στο Παράρτημα 2.

 

β) Τοκογλυφία με το δεύτερο τοκοτέχνασμα

Οπως αναλύσαμε στο Κεφάλαιο 4, η μόνιμη και συμφωνημένη ή μη από τον δανειολήπτη αλλά και τον καταθέτη χρήση από τις τράπεζες του μηχανισμού των ετεροχρονισμένων τοκοφόρων ημερομηνιών (valeur) κατά τρόπο που στην υπόλοιπη Ευρώπη έχει κριθεί από Δικαστήρια καταχρηστικός και παράνομος, συνιστά επιβάρυνση των δανειοληπτών με τόκους πέραν των νομίμων. Αντίθετα, η πληρωμή στους καταθέτες τόκων που είναι μειωμένοι λόγω της εφαρμογής της ίδιας μεθόδευσης των τοκοφόρων ημερομηνιών, έστω και εάν είναι συμφωνημένο από τον καταθέτη, συνήθως με ρήτρα παθητικής αναγνώρισης (που είναι επίσης καταχρηστική), βάσιμα μπορεί να υποστηριχθεί ότι έχει τα στοιχεία και τις διαστάσεις της απάτης του άρθρου 386 του Ποινικού Κώδικα.

γ) Τοκογλυφία λόγω χρέωσης τόκων με επιτόκιο μεγαλύτερο του νομίμου

Εδώ είμαστε στον πυρήνα του προβλήματος και των μυστικών πολλών τραπεζών που, κατά ενιαία και επίμονη πρακτική, έχουν σκεπάσει με αδιαπέραστο πέπλο παράνομης αδιαφάνειας, αρνούμενες πεισματικά να δώσουν αναλυτικά τα συστατικά του συνολικού επιτοκίου, δηλαδή τα βασικά επιτόκια χορηγήσεων που ίσχυσαν κατά καιρούς, τη συμφωνημένη προμήθεια (spread) και τυχόν άλλες προσαυξήσεις του. Τα στοιχεία αυτά που οφείλουν να τα δίνουν, σύμφωνα με τη πράξη 1969/91 του Διοικητή της Τραπέζης Ελλάδος, την εγκύκλιο 21/95 καθώς και τον ίδιο τους τον Κώδικα Τραπεζικής Δεοντολογίας, δεν τα δίνουν.

Εάν κανείς επιχειρήσει να ελέγξει τους τόκους με τους οποίους χρεώθηκε ο αλληλόχρεος λογαριασμός ενός δανειολήπτη από τη τράπεζά του κατά τα τελευταία, ας πούμε,  πέντε χρόνια, ακόμη και εάν υποθέσουμε ότι έχει στα χέρια του όλα τα αντίγραφα της κίνησης του λογαριασμού του για όλα τα τρίμηνα που δείχνουν ακόμη και τα επιτόκια, θα διαπιστώσει ότι δεν μπορεί να κάνει κανένα ουσιαστικό έλεγχο διότι:

·      Δεν του δίδεται η ανάλυση του συνολικού επιτοκίου που ίσχυσε κατά καιρούς στους συντελεστές του, δηλαδή στο βασικό επιτόκιο χορηγήσεων της συγκεκριμένης τραπέζης, την προμήθεια (spread) και τυχόν άλλες επιβαρύνσεις, κανένα από τα οποία δεν γνωρίζει ο δανειολήπτης. Τις εκάστοτε μεταβολές των βασικών επιτοκίων υποτίθεται ότι δημοσιεύουν οι τράπεζες, όταν γίνονται, σε δύο αθηναϊκές πολιτικές εφημερίδες αλλά ελάχιστες φαίνεται ότι τηρούν αυτή την υποχρέωση. Είναι, λοιπόν, αδύνατο σε κάθε δανειολήπτη να βρει αυτά τα βασικά επιτόκια χορηγήσεων της τελευταίας πενταετίας γιατί θα πρέπει πρώτα οι τράπεζες να έχουν κάνει τις δημοσιεύσεις των ανακοινώσεων (πράγμα που αμφισβητούμε) και, δεύτερον, να ψάξει όλα τα φύλλα όλων των εφημερίδων (συνολικά, περίπου 33.000 φύλλα). Είναι πολύ πιθανό, να υπάρχει μείωση του βασικού επιτοκίου και να γίνει παράλληλα αντίστοιχη αθέμιτη αύξηση της προμήθειας της τράπεζας, χωρίς αυτό να μπορεί να γίνει αντιληπτό.

·      Δεν του δίδεται η ακριβής ημερομηνία που έγιναν οι αλλαγές, έστω του συνολικού επιτοκίου ενώ, λίγες τράπεζες κάνουν σωστά τις μεταφορές σε καρτέλες καθυστερήσεων που εκτοκίζονται με επιτόκιο υπερημερίας.

·      Στις συμβάσεις πολλών τραπεζών υπάρχουν ρήτρες που καταλήγουν στην αλλοίωση του βασικού επιτοκίου χορηγήσεων

Υπάρχει ιδιωτική τράπεζα που, ενώ έχει καταργηθεί η προμήθεια 1% επιβάλλει στους πελάτες της να υπογράψουν πρόσθετη πράξη τροπο-ποίησης της σύμβασης με την οποία δικαιούται να χρεώνει επί πλέον 1% πέραν του εκάστοτε βασικού επιτοκίου χορηγήσεων. Ετσι, έχει καταφέρει να δείχνει ανταγωνιστικά επιτόκια και μέγιστη προμήθεια 3,5 μονάδες ενώ στην πραγματικότητα χρεώνει παραπάνω.

Σε μία περίπτωση, ιδιωτική τράπεζα δήλωσε γραπτά σε δανειολήπτη τον Νοέμβριο 1998 ότι από τον Φεβρουάριο 1996, το βασικό της επιτόκιο χορηγήσεων είχε παραμείνει ….αμετάβλητο στο 21.5%, ενώ είναι γνωστό ότι, στο διάστημα αυτό, τα επιτόκια είχαν έντονη πτωτική πορεία.

 Ενδεικτικά σημειώνουμε ότι τα αντίστοιχο επιτόκια άλλης τραπέζης είχαν την παρακάτω εξέλιξη:

 

Φεβρ. 1996

19.00%

 

Φεβρ. 1997

15.50%

Ιούλ. 1996

18.75%

 

Απρ. 1997

15.00%

Σεπτ. 1996

17.75%

 

Οκτ. 1997

14.50%

Νοέμ. 1996

17.50%

 

Νοέμ. 1997

16.50%

Ιαν. 1997

16.75%

 

Δεκέμ.1997

16.00%

Φεβρ.1997

16.50%

 

Μάρτ. 1998

15.25%

Είναι προφανές ότι, για τον συγκεκριμένο δανειολήπτη όπως και για δεκάδες χιλιάδες άλλους που οι τράπεζες έχουν φθάσει στη φάση των πλειστηριασμών ακινήτων, τίθεται πλέον θέμα αναψηλάφησης των τελεσίδικων δικαστικών αποφάσεων που έβγαλαν και εκτέλεσαν οι τράπεζες λόγω της αποκάλυψης πλέον νέων στοιχείων που καταδεικνύουν ότι οι δανειολήπτες είχαν επιβαρυνθεί με τόκους μεγαλύτερους των νομίμων, ενδεχόμενο που ανοίγει πιθανώς τον δρόμο και για αναζήτηση ποινικών ευθυνών στην πλευρά των τραπεζών καθώς και αστικών αποζημιώσεων.

δ) Τοκογλυφία λόγω χρέωσης τόκων με επιτόκιο υπερημερίας μεγαλύτερου του νομίμου

Εχει ήδη αναφερθεί ότι, σε περιπτώσεις καθυστέρησης της εξόφλησης ληξιπρόθεσμων δόσεων δανείων, το επιτόκιο ενήμερου δανείου προσαυξάνεται με μερικές πρόσθετες μονάδες επιτοκίου που καθορίζει η Τράπεζα της Ελλάδος. Η προσαύξηση αυτή ήταν παλαιότερα 4% ενώ, από 1.8.1996 έγινε 2.5%. Το ποσοστό αυτό αποτελεί μέγιστο όριο και ισχύει για όλα τα πιστωτικά ιδρύματα στην Ελλάδα. Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις, όμως, που τράπεζες παραβιάζουν το μέγιστο αυτό όριο και χρεώνουν μεγαλύτερη προσαύξηση στους δανειολήπτες. Προφανώς, και οι πρακτικές αυτές καταλήγουν ευθέως στην επιβάρυνση των δανειοληπτών με τόκους πέρα των νομίμων.

Στο Παράρτημα 12 παραθέτουμε διάφορα έγγραφα κρατικής τραπέζης που αναφέρει χρήση επιτοκίων υπερημερίας που περιλαμβάνουν προσαυξήσεις που υπερβαίνουν τις μέγιστες επιτρεπτές. Σε μία περί-πτωση, η αθέμιτη υπέρβαση μάλιστα υπερβαίνει τις ..6 μονάδες!

Εξάλλου, παρατίθεται στο Παράρτημα 7 πίνακας που δημοσιεύει καθημερινά η έγκριτη οικονομική εφημερίδα ΕΞΠΡΕΣ όπου εμφανίζεται ότι πολλές τράπεζες χρεώνουν επιτόκια υπερημερίας που περιλαμβάνουν προσαυξήσεις πέραν του 2.5% που είναι σήμερα το μέγιστο επιτρεπόμενο ποσοστό.

ε) Τοκογλυφία λόγω ανατοκισμού τόκων υπερημερίας μετά το κλείσιμο του λογαριασμού

Μετά το κλείσιμο ενός αλληλόχρεου λογαριασμού και σύμφωνα με τη διαταγή πληρωμής που βγάζουν, διεκδικούν το κατάλοιπο με νόμιμο τόκο και ΕΦΤΕ και ανατοκισμό αυτών μέχρι την πλήρη εξόφληση. Μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού και την έκδοση διαταγής πληρωμής, όμως, παύει να υπάρχει η συμβατική σχέση πιστώσεως με αποτέλεσμα να επιτρέπεται μόνο η επιβολή τόκων υπερημερίας κατ’ άρθρα 296 Α.Κ. και 112 ΕιΣΝΑΚ και δεν είναι νόμιμος ο ανατοκισμός των τόκων υπερημερίας (Εγ. Αθ. 3050/1992, ΜΠΑ 7840/1994, ΜΠΚορ. 980/1998). Αλλωστε, σύμφωνα με τη νομολογία (ΟλΑΠ 8 και 9/1998), οι καθυστερούμενοι τόκοι δεν γίνονται αυτοδικαίως τοκοφόροι από την πρώτη ημέρα καθυστέρησής τους και δεν μπορούν να εκτοκίζονται χωρίς να έχει τούτο συμφωνηθεί από τα μέρη, με μόνη την μονομερή χρέωσή τους από την τράπεζα ή με μονομερή δήλωση αυτής.

Τέτοια όμως συμφωνία περί ανατοκισμού των τόκων υπερημερίας μετά το κλείσιμο του λογαριασμού δεν αναφέρεται στις δανειακές συμβάσεις των περισσοτέρων τραπεζών ενώ σε αρκετές προβλέπεται ρητά ότι «εν περιπτώσει οριστικού κλεισίματος της πιστώσεως, το κατάλοιπον ταύτης καθίσταται απαιτητόν και ο Πιστούχος περιέρχεται αυτοδικαίως και άνευ ειδοποιήσεων τινός εις υπερημερίαν, οφείλων επί του καταλοίπου τον εκάστοτε τραπεζικόν τόκον υπερημερίας».

Τα παραπάνω συνηγορούν ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, υπάρχει θέμα ακυρότητας της διαταγής πληρωμής, ενώ, εάν έχει ολοκληρωθεί η αναγκασ-τική είσπραξη με διαδικασίες πλειστηριασμών, υπάρχει θέμα τοκογλυφίας. 

Σημειώνουμε ότι εδώ κάνουμε απλή επισήμανση των μεθοδεύσεων και ένα γενικό εντοπισμό του προβλήματος, ένα έργο που θεσμικά και καταστατικά μας ανήκει, σαν Ενωση Καταναλωτών & Δανειοληπτών. Σε καμία όμως περίπτωση, δεν υπάρχει πρόθεση ούτε να δημιουργήσουμε δυσμενείς εντυπώσεις σε βάρος των τραπεζών ούτε να απαγγείλουμε κατηγορίες και, βέβαια, ούτε να τις δικάσουμε. Αυτό το έργο ανήκει στη Δικαιοσύνη η οποία έχει κληθεί και, ασφαλώς, θα κάνει το καθήκον της.

 


Δάνεια: Προηγούμενη Σελίδα        Δάνεια: Αρχική Σελίδα        Δάνεια: Προηγούμενη Σελίδα
Advertised by Ati Advertising on se.gr